Το Κοράκι με τα Κίτρινα Μάτια - Μέρος πρώτο

2022-10-18

Είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει όταν ο αγγελιοφόρος, αν και κατάκοπος, κατάφερε να φθάσει στον στρατιωτικό καταυλισμό. Ταξίδευε τρία μερόνυχτα χωρίς να σταματήσει. Ξεπέζεψε από το άλογό του, ενώ εκείνο ακόμα έτρεχε. Τόσο πολύ βιαζόταν. Είδε μια ομάδα από στρατιώτες να ξεκουράζονται γύρω από μία φωτιά. Κινήθηκε τρέχοντας κοντά τους και τους ζήτησε πληροφορίες για κάποιον που έψαχνε.

created with Wombo Dream
created with Wombo Dream

Οι στρατιώτες πάγωσαν και έχασαν το χρώμα τους στο άκουσμα του ονόματος που έψαχνε ο αγγελιοφόρος. Με συνοπτικές διαδικασίες του είπαν ότι ο μισθοφόρος που ψάχνει βρίσκεται έξω από το στρατόπεδο. Είχε κατασκηνώσει στην κορυφή του κοντινού λόφου, μόνος του. Χωρίς να ρωτήσει κάτι άλλο, ο νεαρός άνδρας, τράβηξε προς την κατεύθυνση που του υπέδειξαν.

Ανέβηκε στην κορυφή του λόφου τρέχοντας, σαν κάποιος να τον κυνηγούσε. Εντόπισε εύκολα μια μεγάλη φωτιά να καίει και διέκρινε μία ανθρώπινη φιγούρα να κάθεται απέναντί της. Πλησίασε και είδε έναν μεγαλόσωμο άνδρα να ακονίζει το σπαθί του δίπλα στη φωτιά. Τα μακριά μαύρα του μαλλιά, έπεφταν μπροστά στο πρόσωπό του. Φορούσε μία μαύρη πανοπλία με ασημένια σχέδια στους ώμους της. Τα μεταλλικά γάντια της, στο σημείο των δαχτύλων, κατέληγαν σε ισάριθμα νύχια.

Ο αγγελιοφόρος έμεινε για μερικά λεπτά να τον κοιτά αποσβολωμένος. Η παρουσία του άνδρα τον γέμιζε δέος και φόβο παράλληλα.

«Ζάρνταλ;» ρώτησε χαμηλόφωνα και ξέπνοα ο αγγελιοφόρος. Δεν πήρε όμως καμία απάντηση από τον άνδρα. «Ο πατέρας σου με έστειλε να σε βρω». Για πρώτη φορά, ο μισθοφόρος αντιλήφθηκε την παρουσία του νεαρού άνδρα. «Η οικογένειά σου δέχθηκε επίθεση» συνέχισε ο αγγελιοφόρος.

Ο Ζάρνταλ σταμάτησε να ακονίζει το σπαθί του και κοίταξε διαπεραστικά τον συνομιλητή του με μάτια που έκαιγαν από οργή. Ο αγγελιοφόρος έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος όταν αντίκρισε αυτό το βλέμμα. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε και φωνή δεν έβγαινε από τα χείλη του.

Ο πολεμιστής σηκώθηκε με αργές κινήσεις, πέταξε στη φωτιά το σπαθί που κρατούσε και μπήκε μέσα στη σκηνή του για να μαζέψει τα υπάρχοντά του. Η σκηνή του, αν και μικρή, ήταν ευρύχωρη. Στάθηκε μπροστά από ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο, το οποίο ήταν διακοσμημένο με μαγικές σφραγίδες. Ο Ζάρνταλ πρόφερε τη μαγική λέξη και το μπαούλο άνοιξε. Μία κοκκινόμαυρη αύρα αναδύθηκε για λίγη ώρα. Έβγαλε και σήκωσε με προσοχή ένα μεγάλο σπαθί. Ήταν σχεδόν το διπλάσιο σε μέγεθος από αυτό που κρατούσε προηγουμένως. Θαύμασε με ευχαρίστηση τη μαύρη λαβή του, η οποία ήταν σκαλισμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να μοιάζει με δαιμονικά κέρατα. Ένιωσε το βάρος του όπλου στο χέρι του και το κρέμασε στην πλάτη της πανοπλίας του. Ξεκρέμασε και φόρεσε το μαύρο μεταλλικό κράνος του και έπειτα βγήκε από την σκηνή. Χωρίς να δώσει σημασία στον νεαρό που είχε παραλύσει, άρχισε να απομακρύνεται.

«Έρχομαι κι εγώ» αναφώνησε με τρεμάμενη φωνή ο αγγελιοφόρος.

«Θα με καθυστερήσεις» απάντησε ήρεμα ο μισθοφόρος και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Όταν έμεινε μόνος ο νεαρός άνδρας, ένα σατανικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Σηκώθηκε ήρεμα και τίναξε τα σκονισμένα του ρούχα. Πρόφερε κάποιες λέξεις και το σώμα του άρχισε να συσπάται. Σε λίγες στιγμές, ο αγγελιοφόρος είχε μεταμορφωθεί σε ένα κοράκι που πέταγε ψηλά. Άρχισε να ακολουθεί τον πολεμιστή και να τον παρακολουθεί από απόσταση με τα κίτρινα μάτια του.

Αφού απομακρύνθηκε αρκετά από το στρατόπεδο, ο Ζάρνταλ σταμάτησε. Γονάτισε και ακούμπησε τη δεξιά του παλάμη στο έδαφος. «Έλα πιστέ μου σύντροφε, εμφανίσου» είπε ψιθυριστά. 

Μετά από λίγο το έδαφος άρχισε να δονείται. Μία τεράστια ρωγμή εμφανίστηκε, λες και το έδαφος σκίστηκε στα δύο. Φλόγες αναδύθηκαν από τη σχισμή και ένα άγριο χλιμίντρισμα ακούστηκε. Ύστερα, ένα μαύρο άλογο πετάχτηκε μέσα από τις φλόγες και προσγειώθηκε δίπλα στον πολεμιστή. Φλόγες έβγαιναν από την χαίτη, την ουρά και τις οπλές του. Κοίταξε με τα κόκκινα μάτια του αυτόν που το κάλεσε και χλιμίντρισε υποτακτικά. Ο Ζάρνταλ ανέβηκε περίτεχνα στο μαύρο άτι, χωρίς να επηρεάζεται από τις φλόγες του. Του ψιθύρισε κάτι στο αυτί και το άλογο άρχισε να υψώνεται προς τον ουρανό. Αφού βρέθηκε αρκετές δεκάδες μέτρα πάνω από το έδαφος, άρχισε να καλπάζει σαν τον άνεμο προς το σπίτι του πολεμιστή.

Σε μερικές ώρες, είχαν φθάσει στον προορισμό τους. Ένα μικρό χωριό εκτείνονταν από κάτω τους. Το πατρικό σπίτι του πολεμιστή βρισκόταν στα περίχωρα του χωριού. Ησυχία επικρατούσε στην περιοχή. Αν και ήταν νύχτα, ο Ζάρνταλ θεώρησε ότι αυτή η ησυχία ήταν πολύ ύποπτη. Αφού έκανε δύο τρεις γύρους πάνω από το χωριό, αποφάσισε να κατέβει στο έδαφος και να συνεχίσει με τα πόδια για την οικία του.

Ο πολεμιστής οδήγησε το άλογο σε ένα μεγάλο ανοιχτό μέρος στο κέντρο του χωριού. Το δαιμονικό άλογο, αφού αιωρήθηκε για λίγο, προσγειώθηκε απαλά. Ο πολεμιστής κατέβηκε από το άλογό του και πάτησε γερά στο έδαφος. Αποχαιρέτησε τον σύντροφό του και εκείνο εξαφανίστηκε, όπως είχε εμφανιστεί, λουσμένο στις φλόγες.

Μόνος πλέον, περιεργάστηκε τον χώρο γύρω του. Το φως του φεγγαριού ήταν αρκετά δυνατό και προσέφερε αρκετά μέτρα ορατότητας στον πολεμιστή. Παντού υπήρχαν πτώματα και μία μυρωδιά σάπιου κρέατος καταλάμβανε το μέρος. Περιεργάστηκε τα πτώματα και παρατήρησε όλων των ειδών τις πληγές πάνω τους. Σε πολλά από τα νεκρά σώματα, υπήρχαν σημάδια από τεράστιες δαγκωματιές. Ολόκληρα κομμάτια σάρκας λείπανε από τα θύματα, ενώ σε κάποια από αυτά είχε απομείνει μόνο το πάνω ή το κάτω μέρος του σώματός τους. Κάποιους τους αναγνώρισε ως κατοίκους του χωριού. Κάποιοι, άγνωστοι σε εκείνον, φορούσαν πανοπλίες, είτε δερμάτινες είτε μεταλλικές. Ίσως να ήταν μισθοφόροι ή ληστές, που ήρθαν να λεηλατήσουν το μέρος, σκέφτηκε ο πολεμιστής.

Κρωξίματα έσπασαν την ηρεμία της νύχτας. Ομάδες από κοράκια έβγαιναν από τα δένδρα, τις στέγες των σπιτιών και από οπουδήποτε αλλού ήταν οι κρυψώνες τους. Μαζεύτηκαν σε ένα σμήνος και πέταξαν μακριά, σαν ένα μαύρο σύννεφο. Ένα κοράκι έμεινε πίσω, καλά κρυμμένο μέσα στις φυλλωσιές ενός γέρικου πλατάνου. Εδώ και ώρα, είχε τα κίτρινα μάτια του καρφωμένα πάνω στον πολεμιστή και παρατηρούσε τις κινήσεις του.